Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

ΟΙ ΕΓΓΛΕΖΟΙ ΜΑΣ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟ ΔΡΟΜΟ!




 Το να σε λένε Εγγλέζο και πάππου προς πάππου οι ρίζες σου να κρατάνε από την Καστανιά των θεσσαλικών Αγράφων ασφαλώς και αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση ονόματος. Δεν είναι όμως το μόνο για το οποίο τρεις γενιές Εγγλέζων ξεχωρίζουν, είναι και το πάθος που έχουν όλοι τους για την αμπελουργία και την οινοποία.
 

Ο Λάμπρος Εγγλέζος ο πρεσβύτερος είναι ο μόνος άνθρωπος που κρατάει την παράδοση της αμπελουργίας στην Καστανιά, έναν όμορφο τόπο που μέχρι τη καταστροφική επιδημία της φυλοξήρας κατά τα τελευταία χρόνια του μεσοπολέμου, φημίζονταν για τα καλά κρασιά που παρήγαγε τα οποία αποτελούσαν και τη βάση της οικονομίας της. Εκείνα τα κρασιά, άσπρα και μαύρα τα οποία βραβεύτηκαν μάλιστα στην Έκθεση της Θεσσαλονίκης το 1933 ως «χρυσό νέκταρ» και τα οποία έφταναν μέσω Βόλου μέχρι τη Γερμανία θα ήταν μόνο ανάμνηση αν δεν ενδιαφέρονταν αυτός ο αεικίνητος και πολυπράγμων άνθρωπος και δεν έψαχνε πριν από αρκετά χρόνια στα παρατημένα αμπελοτόπια του χωριού στην τοποθεσία Μαραθιά να βρει κάποια από εκείνα τα παλιά κλήματα που δεν είχαν προσβληθεί από τη φοβερή αρρώστια και να τα φροντίσει ώστε να αποτελέσουν την τράπεζα γεννετικού υλικού για την αναβίωση των παλιών αμπελώνων και τη δημιουργία πάλι του χρυσού νέκταρ των Αγράφων. Ο Λάμπρος ο οποίος στο μεταξύ είχε φτιάξει έναν αμπελώνα με κλήματα που τους έδωσε όταν «επαναπατρίστηκαν» στο χωριό μετά τον Εμφύλιο, δωρεάν το 1952 η Αγροτική Τράπεζα (μοσχάτα, κέρινο, πατίκι, σεντ τζον) δεν πίστεψε ποτέ του πως οι παλιές τοπικές ποικιλίες ασπρούδι και μαυρούδι χάθηκαν για πάντα και στάθηκε ιδιαίτερα ευτυχής σαν ανακάλυψε τέσσερες ρίζες ασπρούδι και μια μαυρούδι σε κάποια άκρη της Μαραθιάς. Πήρε μοσχεύματα λοιπόν από αυτό το μεγάλο δώρο που φύλαγε γι’ αυτόν η αγραφιώτικη φύση, μπόλιασε άγρια υποκείμενα που είναι απρόσβλητα από την φυλοξήρα και έτσι κατάφερε να σώσει την ποικιλία. Τώρα καμαρώνει αυτά τα ξεχωριστά κλήματα και τα περιοποιείται στο μεγάλο αμπέλι το οποίο δουλεύει υποδειγματικά εξήντα τόσα χρόνια και παράγει ένα ιδιαίτερα λαμπρερό μπρούσκο κρασί, προϊόν βεβαίως της ανάμειξης των νέων ποικιλιών που διαθέτει, αλλά σε κάθε σταγόνα του φαίνεται η φροντίδα του μπάρμπα Λάμπρου, όπως τον αποκαλούν όλοι στο χωριό και όσοι έχουν τσουγρίσει τα ποτήρια τους μαζί του στην Καστανιά.
Ο γιος του Χρήστος, ο οποίος πέρα από το επάγγελμά του, ασχολείται συστηματικά με την αμπελουργία και την οινοποιία πήρε τη σκυτάλη από τον πατέρα του και πιο συστηματικά πλέον, ερχόμενος σε επαφή με το Γεωπονικό Ινστιτούτο, ειδικούς και φυτωριούχους από τη Νεμέα, θέλει σιγά – σιγά να αντικαταστήσει όλα τα κλήματα με ασπρούδια και μαυρούδια γιατί πιστεύει πως αυτή η ντόπια ποικιλία, οι ρίζες της οποίας χάνονται στο χρόνο ταιριάζει στον τόπο και έχει άριστα αποτελέσματα. Κοντά στους δυο μεγάλους της οικογένειας έρχεται τώρα ο Λάμπρος ο νεώτερος που πηγαίνει ακόμα στο Λύκειο της Καρδίτσας αλλά από τώρα ξέρει πως ο δρόμος του θα τον βγάλει στο αμπέλι και κάποια στιγμή θα αναλάβει την οικογενειακή επιχείρηση το προϊόν της οποίας είναι γνωστό σε όλη την Καρδίτσα και διατίθεται από την όμορφη ταβέρνα «Η Καστανιά» στο κέντρο του χωριού. Εκεί πολλά βράδια, ο Λάμπρος ο πρεσβύτερος φανερώνει και μια άλλη πτυχή της σοφίας του, αυτή που έχει να κάνει με την ψησταριά και το γεγονός αποτελεί ένα ιδιαίτερο στοιχείο προβολής του κρασιού τους το οποίο συν τοις άλλοις, όπως γράφει στην ετικέτα του, «κάνει καλό στις γυναίκες όταν το πίνουν οι άντρες τους!». Πιθανόν κάτι περισσότερο ξέρει γιατί, όπως λέει ο γιατροί μόνο να πιουν έρχονται το μαγαζί του…
Στο ίδιο μαγαζί, τις ημέρες του τρύγου διαθέτει μουσταλευριά και ρετζέλια που φτιάχνει με μοναδικό τρόπο από το δικό τους μούστο η γυναίκα του Ευθυμία, η οποία επί σειρά ετών δούλευε το αμπέλι με τον Λάμπρο,
ξέρει όλα τα σχετικά τραγούδια κι ακόμη θυμάται να φτιάχνει και σταφλαρμά. Έτσι έλεγαν τα σταφύλια που διατηρούσαν, τον καιρό φυσικά που δεν υπήρχαν ψυγεία, μέσα σε πιθάρια με κληματόφυλα, μούστο και σπόρους σιναπιού για συντηρητικό. Αυτά τα σταφύλια τα έτρωγαν τις Απόκριες και ήταν σαν να τα έκοβες εκείνη τη στιγμή από το κλήμα, αν τα άφηνες όμως παραπάνω από δυο ώρες στον αέρα, άρχιζαν να μαυρίζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου